ἑταιρεία

ἑταιρείᾱ , ἑταιρεία
association
fem nom/voc/acc dual
ἑταιρείᾱ , ἑταιρεία
association
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)
ἑταιρεί̱ᾱ , ἑταιρεῖος
of
fem nom/voc/acc dual
ἑταιρεί̱ᾱ , ἑταιρεῖος
of
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑταιρείᾳ — ἑταιρείᾱͅ , ἑταιρεία association fem dat sg (attic doric aeolic) ἑταιρεί̱ᾱͅ , ἑταιρεῖος of fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εταιρεία — (Νομ.). Σύμφωνα με τον ελληνικό Aστικό Kώδικα (Α.Κ.) είναι μια ιδιότυπη αμφοτεροβαρής σύμβαση, με την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα αναλαμβάνουν μεταξύ τους την υποχρέωση να επιδιώξουν ένα κοινό σκοπό, καταβάλλοντας ίσες –αν δεν έχει οριστεί… …   Dictionary of Greek

  • εταιρεία — η 1. ομάδα ανθρώπων που συνεργάζονται για τον ίδιο σκοπό: Εταιρεία Μακεδόνικων Σπουδών. 2. συνεταιρισμός προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών — Εμπορική εταιρεία της Μεγάλης Βρετανίας στη διάρκεια της αποικιοκρατίας (17ος 19ος αι.). Ονομάστηκε έτσι σε αντιδιαστολή προς τις Δυτικές Ινδίες, όπως ονομάζονταν τότε οι βρετανικές κτήσεις στην Καραϊβική (Αμερική). H Ε.Α.Ι. ιδρύθηκε το 1600 από… …   Dictionary of Greek

  • Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών — Ιδρύθηκε το 1918 με σκοπό να προωθήσει και να ενισχύσει τις βυζαντινές και μεσαιωνικές μελέτες με διαλέξεις και επιστημονικές ανακοινώσεις. Η Ε.Β.Σ. αποσκοπούσε επίσης να προκαλέσει το ενδιαφέρον του ελληνικού λαού σε ό,τι αφορά την ελληνική… …   Dictionary of Greek

  • Εταιρεία του Ιησού — Βλ. λ. Ιησουίτες …   Dictionary of Greek

  • Παλαιστίνης, εταιρεία — Εταιρεία που ιδρύθηκε το 1882 στην Πετρούπολη από τον θείο του τελευταίου τσάρου Νικολάου B», μεγάλου δούκα Σεργίου. Σκοπός της Π.Ε., που το πλήρες όνομά της ήταν Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Εταιρεία της Παλαιστίνης, ήταν: 1. Η υποστήριξη της… …   Dictionary of Greek

  • Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία — Εταιρεία που ιδρύθηκε το 1836 στην Αθήνα με πρωτοβουλία του διευθυντή του Διδασκαλείου Αθήνας και επιθεωρητή των σχολείων μέσης εκπαίδευσης Ιωάννη Κοκκώνη. Έχει ως κύριο σκοπό της τη μόρφωση των νεαρών Ελληνίδων, καθώς και την εκπαίδευση… …   Dictionary of Greek

  • Ινδιών, Εταιρεία των- — Κύριο όργανο του αγγλικού, του γαλλικού και του ολλανδικού αποικισμού στις Ινδίες κατά τον 17ο και τον 18ο αι. Οι πιο γνωστές για τον ρόλο που διαδραμάτισαν και για τη διάρκειά τους ήταν: η Αγγλική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών, η Ολλανδική… …   Dictionary of Greek

  • Φιλική Εταιρεία — Ελληνική μυστική οργάνωση πατριωτικού χαρακτήρα, που ιδρύθηκε το πρώτο δεκαπενθήμερο του 1814, με σκοπό την προετοιμασία και την πραγματοποίηση του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων εναντίον του οθωμανικού ζυγού. Η Φ.Ε. αποτέλεσε τον τελευταίο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.